Τα οξυτενή κονδυλώματα οφείλονται στον ιό HPV. Περιγράφονται πάνω από 80 τύποι του ιού και από αυτούς οι 45 είναι γνωστοί οτι προσβάλλουν τη βλεννογόνο των γεννητικών οργάνων και προκαλούν σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα. Θεωρείται οτι πάνω απο 30-50% των ενηλίκων είναι μολυσμένοι με HPV, κάνοντας τα κονδυλώματα το ποιό κοινό σεξουαλικώς μεταδιδόμενο νόσημα. Απο τα μολυσμένα άτομα μόνο 1-2%παρουσιάζουν εμφανή κλινική εικόνα κονδυλωμάτων. Οι γυνάικες παρουσιάζουν τη νόσο στην ηλικία των 19-22 ετών και οι άνδρες στην ηλικία των 22-26 ετών.

Κακοήθης εξαλλάγη μπορεί να συμβεί αλλά σπανιότατα. Οι τύποι 16 και 18 προκαλούν υποκλινικές μορφές (δεν είναι ορατές) οξυτενών κονδυλωμάτων και συνδυάζονται με την ανάπτυξη καρκίνου της γεννητικής περιοχής.Το 100% των δυσπλασιών και του καρκίνου του τράχηλου, κάθως και το 90% και πάνω του καρκίνου της γεννητικής περιοχής σχετίζονται με τους καρκινογόνους τύπους HPV.

Η μετάδοση του HPV στη διάρκεια του τοκετού είναι γεγονός αλλά σπάνια συμβαίνει. Η μολυσματικότητα του HPV στους σεξουαλικούς συντρόφους είναι περίπου 60%. Η ποιό συχνή εντόπιση είναι το περίνεο στις γυναίκες και η πόσθη στους άνδρες. Το επιθήλιο παρουσιάζει βλάβες στη διάρκεια της σεξουαλικής επαφής, οι οποίες διευκολύνουν τη μετάδοση του ιού απο τα κύτταρα του μολυσμένου ατόμου στον/στην σύντροφο του. Ο HPV μπορεί να παραμείνει σε λανθάνουσα κατάσταση στα κύτταρα προκαλόντας υποκλινική λανθάνουσα μόλυνση. Οι παράγοντες κινδύνου για την εμφάνιση κονδυλωμάτων στις γυνάικες είναι ο αριθμός συντρόφων, η συχνότητα των σεξουαλικών επαφών και η παρουσία οξυτενών κονδυλωμάτων στον σεξουαλικό σύντροφο. Οι άνδρες έχουν αυξημένο κίνδυνο αν δεν χρησιμοποιούν προφυλακτικό. Το προφυλακτικό μειώνει τη πιθανότητα μετάδοσης των οξυτενών κονδυλωμάτων αλλά δεν τη μηδενίζει και έτσι εξηγείται η παρουσία κονδυλωμάτων στο εφήβαιο. Οι μελέτες δείχνουν οτι οι καπνιστές εμφανίζουν πιο συχνά οξυτενή κονδυλώματα σε σύγκριση με τους μη καπνιστές. Τα οξυτενή κονδυλώματα εντοπίζονται πιο συχνά στις περιοχές τριβής.Στους άνδρες οι συχνότερες εντοπίσεις είναι η Βάλανος, ο Κορμός του πέους και το όσχεο (όρχεις).

Στις γυναίκες πιο συχνά εντοπίζονται στα μεγάλα χείλη, περικολπικά, στο περίνεο και στην περιοχή του δακτυλίου.

Επίσης βλάβες μπορεί να υπάρχουν στον κόλπο και στον τράχηλο, αλλά και σε αυτές τις περιοχές είναι πιο συχνές οι υποκλινικές μορφές. Περίπου το 1/3 των γυναικών με οξυτενή κονδυλώματα των εξωγεννητικών οργάνων έχουν και κολπική συμμετοχή και χρειάζονται γυναικολογική εξέταση.

Τα περιπρωκτικά κονδιλώματα εμφανίζονται στους ομοφιλόφιλους, στις γυναίκες με πρωκτική επαφή αλλά και σε άτομα που δεν έχουν πρωκτικές σεξουαλικές επαφές.

Χωρίς θεραπεία τα οξυτενή κονδυλώματα υποπωρούν σε ποσοστό 10-30% σε διάρκεια 3μηνών ως αποτέλεσμα της κυτταρικής ανοσίας.Η διάγνωση γίνεται βασικά από την κλινική εξέταση. Η πιο ευαίσθητη μέθοδος για την ανεύρεση του H.P.V είναι οι τεχνικές υβριδισμού των νουκλεΐκων οξέων. Είναι ακριβή και δεν είναι κατάλληλη για την καθημερινή κλινική πράξη.Η θεραπεία εκλογής εξαρτάται από διάφορους παράγοντες όπως είναι ο αριθμός, το μέγεθος, η μορφολογία και η ανατομική θέση των κολδυλωμάτων. Προλυπτικά στις γυναίκες που δεν έχουν μολυνθή μπορεί να γίνει το εμβόλιο έναντι του H.P.V .

Σε ασθενείς με κλινικά οξυτενή κονδυλώματα μπορεί να χρησιμοποιηθή σε μικρες και λιγες βλαβες τοπικη θεραπεια ενώ σε μεγαλες και πολλες βλαβες η Κρυοχειρουργική, το Laser η Διαθεροπηξία.